Σώπα και μην ορκίζεσαι κι έρχεται και καθαρή Δευτέρα.

Μωρέ έσφαξες εσύ γουρούνι για να κάνεις παστό; Για να ΄χεις κρέας ολόκληρη τη χρονιά; Βγήκες γύρα στις αυλές της γειτονιάς να δοκιμάσεις απ΄όλες τις ψησταριές; Ξέρεις εσύ τι είναι γειτονιά; Κρέας δεν έφαγες και χτες; Ή μπα και θα νηστέψεις ολόκληρη τη σαρακοστή και βιάζεσαι να το χορτάσεις;

Οχιές και φίδια. Τότε τι ακριβώς γιορτάζεις στο κουτούκι που ανακάλυψες στο αθηνόραμα, εσύ και η μισή πόλη, μωρή παστή σαρδέλα; Και μάζεψε πια τους αγκώνες σου. Παπάρα στη σαλάτα των διπλανών έχουν γίνει.

Το καλύτερο τραπέζι έκλεισες πάλι φέτος. Το πρώτο έξω από την πόρτα της τουαλέτας να κάνει και ρεύμα με το άνοιξε κλείσε μην πέσεις και κάτω από την κάπνα, γιατί τίποτα άλλο δεν χωράει στο πάτωμα. Ωραίο πλακάκι αυτό. Πρωτότυπο. Παλτό – τσάντα, μπουφάν – τσάντα, ομπρέλλα και πάλι από την αρχή σε απόλυτη συμμετρία. Στρίψε, στρίψε στην άβολη καρέκλα τίποτα δεν έμεινε στη θέση του.

Εκτός από τους σερβιτόρους. Και τι σπάνια αυτή η λιγδέ απόχρωση του λευκού στα πουκάμισά τους. Εξαιρετική. Σαν το πρώτο πιάτο. Λουκάνικο. Σε θερμοκρασία κάτω του μηδενός, ειδική συνταγή λόγω ημέρας. Παραδοσιακό με πορτοκάλι και πράσο. Φοβερή η εξέλιξη στη βιομηχανία τροφίμων. Σαν αληθινά μυρίζουν πια τα χημικά αρώματα.

Σαλάτα για υπερτασικούς, λάχανο, μαρούλι, καρότο χωρίς στάλα λάδι κι αλάτι κι ένα ραπανάκι στη κορυφή, κομμένο από την περασμένη πέμπτη. Για την όρεξη. Ε ρε τι σου θύμισαν. Τα νιάτα σου. Από την τελευταία συνεστίαση του κόμματος, είχες να φας τέτοια υγιεινή νοστιμιά.

Τρέχουν τα σάλια σου ανυπόμονα πάνω στη πιατέλα με τα παϊδια του τυχερού ζώου. Υπεραιωνόβιο, την έζησε τη ζωούλα του. Στάξε κι άλλο μπας και μαλακώσουν και μην ελπίζεις στις αραχνοϋφαντες φέτες λεμονιού. Εντάξει του άρπαξε και του ψήστη στο γύρισμα λιγουλάκι το έδεσμα, αλλά δε βαριέσαι. Πολύ λιγότερο λιγουλάκι απ΄όσα θα αρπάξει ο ταβερνιάρης, που το μόνο που θα γυρίσει είναι εσένα ανάποδα.

Κι όλες οι εκλεκτές γεύσεις, τόσο ταιριαστές μ΄εκείνη του χύμα κρασιού. Το χύμα γενικώς ,το μεγάλο ατού του μαγαζιού. Παλτά, τσάντες, βρώμα, ζώα, κι άλλα ζώα, νερωμένα, ξενέρωτα όλα χύμα. Σαν το κοκκινέλι που αξέχαστο θα σου μείνει. Για παραπάνω από βδομάδα δεν θα σ΄αφήσει ο πονοκέφαλος να το λησμονήσεις.

Και τι όμορφα που έχουν στολίσει τα κάδρα με σερπαντίνες. Λες και σπίτι δεν είχες κάδρα να γελοιοποιήσεις. Γιατί δεν είχες προτηγανισμένες πατάτες, μηχανόλαδο και κατεψυγμένες μπριζόλες μποτζουάνας; Απ΄όλα είχες.

Αλλά πως θα τιμηθεί το έθιμο; Και τι είναι ο λαός που ξεχνά τις ρίζες και τις παραδόσεις του; Ειδικώς αυτές που έχουν να κάνουν με τη μάσα. Ε τι είναι; Ένα τίποτα. Το ΄πε κι ο άνθιμος. Να τον ακούς τον άνθιμο γιατί αλλιώς θα μας εξαφανίσουν οι αλλόθρησκοι και τα γουρούνια στα κουτούκια να τα ξεχάσεις. Μόνο στις εκκλησίες θα τα συναντάς. Να τον ακούς και να τον μιμείσαι τον άνθιμο. Όπου γάμος και χαρά η βασίλω πρώτη. Όπως απαιτεί η παράδοση. Αναίτια, αλλά πάντα πρώτη. Κάθε μέρα, κάθε πέμπτη και ειδικώς αυτή τη συγκεκριμένη.

Την ειδική καληνύχτα της βραδιάς μην ξεχάσεις. Κάθε χρόνο στον ίδιο τόνο. «Άλλη φοράαααα, ποτέεεεεε ξανά τέτοια μέρα. Χίλιες φορές σπίτι μας. Σπίιιιιιτι μας».

Σώπα και μην ορκίζεσαι κι έρχεται και καθαρή δευτέρα. Ετοιμάσου να κάνεις την καληνύχτα αντίο οριστικό περιμένωντας το εκαβ, πεσμένος με γαστρεντερίτιδα στο πεζοδρόμιο εκείνης της φανταστικής ψαροταβέρνας στην παραλιακή. Εκεί ντε που έκανε η ξαδέρφη, να ΄ναι καλά, το τραπέζι του γάμου της κι από το χέσιμο που σ΄έπιασε γλύτωσες τρεις μέρες δουλειά.

Εκτός κι αν ακόμα προλαβαίνεις να αλλάξεις σχέδια. Και δεν πειράζει που επένδυσες το τζάκι με μάρμαρο, με αλάβαστρο, με τις κοτρώνες που ΄χεις για μυαλό. Που το ΄χεις του κουτιού, αχρησιμοποίητο, για να στολίζει το καθιστικό της μαζονέτας τρομάρα σου. Ψάξε. Ψάξε και κάτι θα βρεθεί. Κάτι που και στο γκριλ, πιο νόστιμο απ’ τη σόλα που ετοιμάζεσαι να κάνεις κράτηση για να τη φας θα είναι. Κάτι θα βρεθεί να τηρήσεις αναίτια και αυτό το έθιμο, αλλά σπίτι σου «βασίλωωωωωω». Σπίιιιιτι σου…..

ΩΡΕ ΤΙ ΜΕ ΛΕΣ